miragiaswines

E-mail Εκτύπωση PDF

Μια Ιστορική Οινοποιία: Βασίλειος Δ. Μοιράγιας

Βασίλειος Δ. Μοιράγιας

 

Ο οινοποιός Βασίλης Δημ. Μοιράγιας άρχισε τη δράση του στο νομό Λακωνίας το 1935. Πληροφορίες για τη ζωή και την εμπορική του δραστηριότητα αντλούμε από το προσωπικό του αρχείο, το οποίο διασώζεται από την οικογένειά του, που συνεχίζει μέχρι σήμερα με επιτυχία το έργο του μέσω της Λακωνικής Οινοποιίας.


Ο Βασίλης Μοιράγιας γεννήθηκε το 1918 στις Κολλίνες, χωριό της περιοχής Μαντινείας του νομού Αρκαδίας. Τότε στην περιοχή κυριαρχούσε η καλλιέργεια του αμπελιού. Ο πατέρας του Δημήτρης, γνωστός ως "Ψύχας", παράλληλα με τις αγροτικές του ασχολίες, από νωρίς είχε αρχίσει και την εμπορία του κρασιού για να ενισχύσει το οικογενειακό του εισόδημα, αφού η οικογένειά του ήταν πολυμελής, είχε 12 παιδιά. Πολύ σύντομα το πελατειακό του δίκτυο ξεπέρασε τα όμορα χωριά και επεκτάθηκε και πέραν των ορίων του νομού Αρκαδίας. Ως μεταπράτης μούστου και κρασιού συχνά βρισκόταν στα Φιλιατρά, την Αμαλιάδα, τη Νεμέα, το Άργος, την Καλαμάτα μέχρι το Μυστρά και τη Σπάρτη.


Ο Βασίλης από μικρός αγάπησε τις εμπορικές δραστηριότητες του πατέρα του, στις οποίες άρχισε να συμμετέχει. Σε ιδιόχειρες σημειώσεις που φυλάσσονται στο προσωπικό του αρχείο αναφέρει: "... στα 1935 παιδάκι εγώ τότε 17 χρονών πρωτοήρθα στη Σπάρτη σαν αγωγιάτης φέρνοντας κρασί. Με 10-15 γράμματα που μούδωσε ο πατέρας συνάντησα τους φίλους και πελάτες του στο Μυστρά και στη Σπάρτη..." Από τότε τα δρομολόγιά του προς τη Σπάρτη έγιναν πιο συχνά και οι γνωριμίες του όλο και μεγάλωναν.
Οι στρατιωτικές του, όμως, υποχρεώσεις τον απομάκρυναν για λίγο από το χώρο του εμπορίου που πραγματικά γοήτευε.

Υπηρέτησε κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-44. Ο ίδιος θυμόταν έντονα τις στιγμές του στρατού και σημείωνε: "..επήγα από την Πάτρα στα Γιάννενα, στη Φλώρινα, στην Αλβανία, όπου και τραυματίσθηκα...". Μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας επέστρεψε στις Κολλίνες. Σύντομα προσαρμόσθηκε πάλι στις εμπορικές δραστηριότητες της οικογένειας που αφορούσαν κυρίως το κρασί, αλλά και τις τεχνικές των αγροτικών καλλιεργειών. Άρχισε να ασχολείται συστηματικά με την καλλιέργεια των αμπελιών, που είχε φυτέψει ο πατέρας του στις Κολλίνες.


Το 1946 αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Σπάρτη, επειδή διαπίστωνε ότι υπήρχε δυνατότητα αξιοποίησης της αγοράς της. Έτσι έγινε το τέταρτο μέλος μιας συνεταιρικής επιχείρησης, την οποία είχε δημιουργήσει ο αδελφός του Παναγιώτης μαζί με τον Πατίστα και τον Ορφανό με κύριο προϊόν το κρασί.
Η επιχείρηση βρισκόταν επί της οδού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Με μεθοδικότητα διεύρυνε την εμπορική και κοινωνική του δραστηριότητα τόσο στο σπαρτιακό όσο και στον ευρύτερο λακωνικό χώρο. Στο χωριό του γύριζε τις μεγάλες γιορτές, αλλά και όταν το απαιτούσαν οι εποχιακές εργασίες στο αμπέλι (ράντισμα, τρύγος κ.λπ.) Επειδή η Σπάρτη τον γοήτευσε, αποφάσισε να δημιουργήσει εδώ τη δική του οικογένεια και το Μάιο του 1949 νυμφεύθηκε τη Γεωργία, το γένος Ιωάννη Βάρλα. Στα 1950 η επιχείρηση πέρασε εξ ολοκλήρου στα χέρια του. Ο ίδιος σημειώνει: "...ήταν δύσκολα χρόνια. Στην επιχείρηση έμειναν το αυτοκίνητο, 15 βαγένια, 11 βαρέλια, 24 βαρέλια μικρά, 52 λαδοβάρελα, 1 πλάστιγγα και μικροεργαλεία...". Το μαγαζί και το σπίτι στεγάζονταν στο ίδιο κτίριο , στην οδό Κ. Παλαιολόγου. Πάνω από την είσοδο υπήρχε η επιγραφή: ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΟΙΡΑΓΙΑΣ "ΨΥΧΑΣ" ΕΜΠΟΡΟΣ ΣΠΑΡΤΗΣ.


Διατήρησε το παρωνύμιο της οικογένειας "ΨΥΧΑΣ", αφού οι περισσότεροι πελάτες τους έτσι τους ήξεραν και συχνά σε αυτό αναφέρονταν για να δηλώσουν τον προμηθευτή του κρασιού τους. Στο ισόγειο του κτιρίου γίνονταν οι εμπορικές συναλλαγές για τη λιανική και τη χονδρική πώληση, ενώ στο υπόγειο υπήρχαν τα βαγένια που διατηρούσαν τα κρασιά μέσα σε ένα δροσερό περιβάλλον. Ο χώρος αυτός συχνά μετατρεπόταν σε χώρο κοινωνικών σχέσεων. Εκεί ο Βασίλης, με τους πικάντικους μεζέδες της κυρα-Γιωργίας, καλούσε τους πελάτες να γευθούν το κρασί του και έκλεινε τις παραγγελίες του. Φρόντιζε πάντα να δημιουργεί μια ευχάριστη ατμόσφαιρα, γιατί πίστευε πολύ στη στενή επαφή που έπρεπε να έχει με τους πελάτες του. Στο χώρο σύχναζαν άτομα που άνηκαν σε διάφορες κοινωνικές και οικονομικές τάξεις της πόλης. Εδώ συναντιότανε και με τους φίλους του και δημιουργούσε πάντα κέφι με έναν τρόπο που μόνο αυτός ήξερε. Δεν ήταν λίγες οι φορές που με το κρασί, το τραγούδι και τα αστεία τους έπαιρνε το ξημέρωμα. Ανάμεσά τους ήταν ο Γεωργιάδης, ο Χρόνης, ο Αργειτάκος, ο Μορφογένης κ.α. Στενός του φίλος ήταν και ο Συριανός αγιογράφος Ευάγγελος Μαυρικάκης, που του άφησε και μια ελαιογραφία για να του θυμίζει εκείνη τη φιλία.


Η αναγνώριση που είχε από την κοινωνία της Σπάρτης αλλά και από τα χωριά της Λακωνίας αύξανε συνεχώς το πελατολόγιό του. Στη δεκαετία του '50 συνεργάστηκε με την "Ένωση Οινοποιίας Χανίων" της Κρήτης ως αποκλειστικός της αντιπρόσωπος στην Πελοπόννησο. Διακινούσε με λιανική και χονδρική πώληση κρασί εμφιαλωμένο αλλά και χύμα σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου και σιγά-σιγά και στην αγορά της Αθήνας. Η καλή ποιότητα των κρασιών του και οι κοινωνικές του σχέσεις τον ανάγκασαν να επεκτείνει τις εμπορικές του δραστηριότητες. Στα 1964 έγινε μετεγκατάσταση της επιχείρησης του σε ιδιόκτητο χώρο 750 τ.μ., προίκα της Γεωργίας, επί της οδού Δωριέων. Την ίδια χρονιά εξασφάλισε από το Γενικό Χημείο του Κράτους άδεια λειτουργίας εργαστηρίου εμφιάλωσης οίνων και βερμούτ.


Στα 1967 απέκτησε άδεια "κατεργασίας νωπών προϊόντων". Η επιχείρηση ήταν πλέον έτοιμη για νέες και μεγαλύτερες αγορές. Στα 1970 αποφάσισε να επεκτείνει τις δραστηριότητες του και προς άλλους τομείς και έγινε αντιπρόσωπος της μπύρας Binding και συνεργάτης για τα υγραέρια Minogaz.
Στα 1978 στα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης προστέθηκε και ένας αμπελώνας στη Γράμμουσα της Λακωνίας. Για τη νέα του φυτεία επέλεξε τις ποικιλίες αθήρι, μαντηλαριά, φωκιανό και φιλέρι. Τον αμπελώνα αυτό τον θεώρησε ως μία από τις πιο σημαντικές επενδύσεις της επιχείρησης. Στόχευε στο χώρο αυτό να προβεί μελλοντικά σε μετεγκατάσταση και εκσυγχρονισμό της επιχείρησης προκειμένου να δημιουργήσει μια πρότυπη μονάδα. Τη χρονιά αυτή πραγματοποίησε τη μεγάλη του επιθυμία, την εξαγωγή των προϊόντων του. Εμφιαλωμένα του κρασιά πήραν το δρόμο για την αγορά του Λονδίνου. Το 1984 μετά την πρώτη του εξαγωγή στην Αγγλία τα κρασιά του εμφανίστηκαν στην αγορά της Φλώριδας των Η.Π.Α και του Σικάγου. Την ίδια χρονιά ο τότε υπουργός Γεωργίας Κωνσταντίνος Σημίτης τον βράβευσε "...για την πρότυπη και κάθετη αξιοποίηση αμπελώνα και τη συμμετοχή του σε γεωργικές εκθέσεις...". Στα 1988 του απονεμήθηκε επίσης τιμητικό δίπλωμα από τον Εμπορικό Σύλλογο Σπάρτης "...για τη συμμετοχή του στην ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας και για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον εμπορικό σύλλογο...".
Στα 1997 φεύγοντας για πάντα ο οινοποιός Μοιράγιας άφησε το όνομά του, στενά συνδεδεμένο
με την επιχείρησή, που αποτελεί εγγύηση τόσο στην ντόπια όσο και στην ξένη αγορά. Σήμερα η οικογένειά του συνεχίζει με συνέπεια και εμπιστοσύνη την εμπορική δραστηριότητα και κερδίζει την αγορά με τη σταθερή ποιότητα του κρασιού της ΟΙΝΟΠΟΙΙΑΣ ΜΟΙΡΑΓΙΑ.

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΜΕ...